Η ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ - http://agiooros.org



Προς Ρωμαιους

(ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 7)

Παρομοίωση από το γάμο
1 Ἢ ἀγνοεῖτε, ἀδελφοί· γινώσκουσι γὰρ νόμον λαλῶ· ὅτι ὁ νόμος κυριεύει τοῦ ἀνθρώπου ἐφ᾿ ὅσον χρόνον ζῇ;  2 ἡ γὰρ ὕπανδρος γυνὴ τῷ ζῶντι ἀνδρὶ δέδεται νόμῳ· ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ ὁ ἀνήρ, κατήργηται ἀπὸ τοῦ νόμου τοῦ ἀνδρός.  3 ἄρα οὖν ζῶντος τοῦ ἀνδρὸς μοιχαλὶς χρηματίσει ἐὰν γένηται ἀνδρὶ ἑτέρῳ· ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ ὁ ἀνήρ, ἐλευθέρα ἐστὶν ἀπὸ τοῦ νόμου, τοῦ μὴ εἶναι αὐτὴν μοιχαλίδα γενομένην ἀνδρὶ ἑτέρῳ.  4 ὥστε, ἀδελφοί μου, καὶ ὑμεῖς ἐθανατώθητε τῷ νόμῳ διὰ τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ εἰς τὸ γενέσθαι ὑμᾶς ἑτέρῳ, τῷ ἐκ νεκρῶν ἐγερθέντι, ἵνα καρποφορήσωμεν τῷ Θεῷ.  5 ὅτε γὰρ ἦμεν ἐν τῇ σαρκί, τὰ παθήματα τῶν ἁμαρτιῶν τὰ διὰ τοῦ νόμου ἐνηργεῖτο ἐν τοῖς μέλεσιν ἡμῶν εἰς τὸ καρποφορῆσαι τῷ θανάτῳ·  6 νυνὶ δὲ κατηργήθημεν ἀπὸ τοῦ νόμου, ἀποθανόντες ἐν ᾧ κατειχόμεθα, ὥστε δουλεύειν ἡμᾶς ἐν καινότητι πνεύματος καὶ οὐ παλαιότητι γράμματος.  1 Ή αγνοείτε, αδελφοί, γιατί σ’ όσους γνωρίζουν το νόμο μιλώ, ότι ο νόμος κυριαρχεί στον άνθρωπο για όσο χρόνο ζει:  2 Γιατί η παντρεμένη γυναίκα έχει δεθεί ως προς το νόμο με το ζωντανό άντρα. Αν όμως πεθάνει ο άντρας της, έχει απαλλαχτεί από το νόμο που αναφέρεται στον άντρα.  3 Άρα, λοιπόν, αν γίνει σύζυγος σε άλλον άντρα ενόσω ζει ο άντρας της, θα ονομαστεί μοιχαλίδα. Αν όμως πεθάνει ο άντρας της, είναι ελεύθερη από το νόμο, ώστε αυτή να μην είναι μοιχαλίδα αν γίνει σύζυγος σε άλλον άντρα.  4 Ώστε, αδελφοί μου, κι εσείς θανατωθήκατε ως προς το νόμο μέσω του σώματος του Χριστού, για να ανήκετε σε άλλον, σ’ αυτόν που εγέρθηκε από τους νεκρούς, για να καρποφορήσουμε για το Θεό.  5 Γιατί, όταν ζούσαμε με τη σαρκική φύση μας, τα πάθη των αμαρτιών που φανερώνονταν μέσω του νόμου ενεργούσαν στα μέλη μας, για να καρποφορήσουμε για το θάνατο.  6 Τώρα όμως απαλλαχτήκαμε από το νόμο, αφού πεθάναμε μέσω αυτού που μας κατείχε, ώστε να υπηρετούμε ως δούλοι με τον καινούργιο τρόπο του Πνεύματος και όχι με τον παλιό τρόπο του γράμματος. 
Το πρόβλημα της αμαρτίας που κατοικεί μέσα μας
7 Τί οὖν ἐροῦμεν; ὁ νόμος ἁμαρτία; μὴ γένοιτο· ἀλλὰ τὴν ἁμαρτίαν οὐκ ἔγνων εἰ μὴ διὰ νόμου· τήν τε γὰρ ἐπιθυμίαν οὐκ ᾔδειν εἰ μὴ ὁ νόμος ἔλεγεν, οὐκ ἐπιθυμήσεις·  8 ἀφορμὴν δὲ λαβοῦσα ἡ ἁμαρτία διὰ τῆς ἐντολῆς κατειργάσατο ἐν ἐμοὶ πᾶσαν ἐπιθυμίαν· χωρὶς γὰρ νόμου ἁμαρτία νεκρά.  9 ἐγὼ δὲ ἔζων χωρὶς νόμου ποτέ· ἐλθούσης δὲ τῆς ἐντολῆς ἡ ἁμαρτία ἀνέζησεν,  10 ἐγὼ δὲ ἀπέθανον, καὶ εὑρέθη μοι ἡ ἐντολὴ ἡ εἰς ζωήν, αὕτη εἰς θάνατον·  11 ἡ γὰρ ἁμαρτία ἀφορμὴν λαβοῦσα διὰ τῆς ἐντολῆς ἐξηπάτησέ με καὶ διὰ αὐτῆς ἀπέκτεινεν.  12 ὥστε ὁ μὲν νόμος ἅγιος, καὶ ἡ ἐντολὴ ἁγία καὶ δικαία καὶ ἀγαθή.  13 τὸ οὖν ἀγαθὸν ἐμοὶ γέγονε θάνατος; μὴ γένοιτο· ἀλλὰ ἡ ἁμαρτία, ἵνα φανῇ ἁμαρτίᾳ, διὰ τοῦ ἀγαθοῦ μοι κατεργαζομένη θάνατον, ἵνα γένηται καθ᾿ ὑπερβολὴν ἁμαρτωλὸς ἡ ἁμαρτία διὰ τῆς ἐντολῆς.  14 Οἴδαμεν γὰρ ὅτι ὁ νόμος πνευματικός ἐστιν· ἐγὼ δὲ σαρκικός εἰμι, πεπραμένος ὑπὸ τὴν ἁμαρτίαν.  15 ὃ γὰρ κατεργάζομαι οὐ γινώσκω· οὐ γὰρ ὃ θέλω τοῦτο πράσσω, ἀλλ᾿ ὃ μισῶ τοῦτο ποιῶ.  16 εἰ δὲ ὃ οὐ θέλω τοῦτο ποιῶ, σύμφημι τῷ νόμῳ ὅτι καλός.  17 νυνὶ δὲ οὐκέτι ἐγὼ κατεργάζομαι αὐτό, ἀλλ᾿ ἡ οἰκοῦσα ἐν ἐμοὶ ἁμαρτία.  18 οἶδα γὰρ ὅτι οὐκ οἰκεῖ ἐν ἐμοί, τοῦτ᾿ ἔστιν ἐν τῇ σαρκί μου, ἀγαθόν· τὸ γὰρ θέλειν παράκειταί μοι, τὸ δὲ κατεργάζεσθαι τὸ καλὸν οὐχ εὑρίσκω·  19 οὐ γὰρ ὃ θέλω ποιῶ ἀγαθόν, ἀλλ᾿ ὃ οὐ θέλω κακὸν τοῦτο πράσσω.  20 εἰ δὲ ὃ οὐ θέλω ἐγὼ τοῦτο ποιῶ, οὐκέτι ἐγὼ κατεργάζομαι αὐτό, ἀλλ᾿ ἡ οἰκοῦσα ἐν ἐμοὶ ἁμαρτία.  21 εὑρίσκω ἄρα τὸν νόμον τῷ θέλοντι ἐμοὶ ποιεῖν τὸ καλόν, ὅτι ἐμοὶ τὸ κακὸν παράκειται·  22 συνήδομαι γὰρ τῷ νόμῳ τοῦ Θεοῦ κατὰ τὸν ἔσω ἄνθρωπον,  23 βλέπω δὲ ἕτερον νόμον ἐν τοῖς μέλεσί μου ἀντιστρατευόμενον τῷ νόμῳ τοῦ νοός μου καὶ αἰχμαλωτίζοντά με ἐν τῷ νόμῳ τῆς ἁμαρτίας τῷ ὄντι ἐν τοῖς μέλεσί μου.  24 Ταλαίπωρος ἐγὼ ἄνθρωπος! τίς με ρύσεται ἐκ τοῦ σώματος τοῦ θανάτου τούτου;  25 εὐχαριστῷ τῷ Θεῷ διὰ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν. ἄρα οὖν αὐτὸς ἐγὼ τῷ μὲν νοῒ δουλεύω νόμῳ Θεοῦ, τῇ δὲ σαρκὶ νόμῳ ἁμαρτίας.  7 Τι λοιπόν θα πούμε; Ο νόμος είναι αμαρτία; Είθε να μη γίνει! Αλλά την αμαρτία δε γνώρισα παρά μόνο με το νόμο. Γιατί και την επιθυμία δε θα ήξερα, αν ο νόμος δεν έλεγε: Μην επιθυμήσεις.  8 Αφορμή λοιπόν έλαβε η αμαρτία με την εντολή και κατεργάστηκε μέσα μου κάθε επιθυμία. γιατί χωρίς νόμο η αμαρτία είναι νεκρή.  9 Κι εγώ ζούσα κάποτε χωρίς νόμο, όταν όμως ήρθε η εντολή η αμαρτία ξανάζησε.  10 εγώ τότε πέθανα, και βρέθηκε η εντολή που μου δόθηκε για ζωή, αυτή να με φέρει στο θάνατο.  11 Γιατί η αμαρτία έλαβε αφορμή με την εντολή και με εξαπάτησε, και μέσω αυτής με σκότωσε.  12 Ώστε, πράγματι, ο νόμος είναι άγιος, και η εντολή άγια και δίκαιη και αγαθή.  13 Το αγαθό, λοιπόν, έγινε για μένα θάνατος; Είθε να μη γίνει! Αλλά η αμαρτία, για να φανεί αμαρτία, μέσω του αγαθού κατεργάστηκε σ’ εμένα το θάνατο, ώστε να γίνει υπερβολικά αμαρτωλή η αμαρτία μέσω της εντολής.  14 Γιατί ξέρουμε ότι ο νόμος είναι πνευματικός, εγώ όμως είμαι σάρκινος, πουλημένος κάτω από την αμαρτία.  15 Επειδή δε γνωρίζω αυτό που κατεργάζομαι. Γιατί δεν πράττω τούτο, αυτό που θέλω, αλλά κάνω τούτο, αυτό που μισώ.  16 Αν όμως κάνω τούτο, αυτό που δε θέλω, συμφωνώ με το νόμο ότι είναι καλός.  17 Τώρα, όμως, εγώ πια δεν κατεργάζομαι αυτό, αλλά η αμαρτία που κατοικεί μέσα μου.  18 Γιατί ξέρω ότι δεν κατοικεί μέσα μου, τουτέστι μέσα στη σάρκα μου, αγαθό. γιατί το να θέλω παρευρίσκεται σ’ εμένα, αλλά το να κατεργάζομαι το καλό, όχι.  19 Γιατί δεν κάνω το αγαθό που θέλω, αλλά πράττω τούτο, το κακό που δεν θέλω.  20 Αν όμως κάνω τούτο, αυτό που εγώ δεν θέλω, εγώ πια δεν το κατεργάζομαι, αλλά η αμαρτία που κατοικεί μέσα μου.  21 Άρα βρίσκω αυτόν το νόμο, ότι ενώ εγώ θέλω να κάνω το καλό, σ’ εμένα το κακό παρευρίσκεται.  22 Γιατί ευχαριστιέμαι στο νόμο του Θεού κατά τον εσωτερικό μου άνθρωπο,  23 αλλά βλέπω άλλο νόμο στα μέλη μου, που αντιστρατεύεται στο νόμο του νου μου και με αιχμαλωτίζει στο νόμο της αμαρτίας που είναι στα μέλη μου.  24 Ταλαίπωρος εγώ ο άνθρωπος! Ποιος θα με σώσει από τούτο το σώμα του θανάτου;  25 Ευχαριστώ όμως το Θεό: αυτός θα με σώσει μέσω του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας. Άρα, λοιπόν, αφενός εγώ ο ίδιος με το νου μου είμαι δούλος στο νόμο του Θεού, αφετέρου με τη σάρκα μου στο νόμο της αμαρτίας. 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1  2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13  14  15  16