Η ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ - http://agiooros.org



Κατα Ματθαιον

(ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 14)

Ο θάνατος του Ιωάννη του Βαπτιστή
1 Ἐν ἐκείνῳ τῷ καιρῷ ἤκουσεν ῾Ηρῴδης ὁ τετράρχης τὴν ἀκοὴν ᾿Ιησοῦ.  2 καὶ εἶπε τοῖς παισὶν αὐτοῦ· οὗτός ἐστιν ᾿Ιωάννης ὁ βαπτιστής· αὐτὸς ἠγέρθη ἀπὸ τῶν νεκρῶν, καὶ διὰ τοῦτο αἱ δυνάμεις ἐνεργοῦσιν ἐν αὐτῷ.  3 ὁ γὰρ ῾Ηρῴδης κρατήσας τὸν ᾿Ιωάννην ἔδησεν αὐτὸν καὶ ἔθετο ἐν φυλακῇ διὰ ῾Ηρωδιάδα τὴν γυναῖκα Φιλίππου τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ.  4 ἔλεγε γὰρ αὐτῷ ὁ ᾿Ιωάννης· οὐκ ἔξεστί σοι ἔχειν αὐτήν.  5 καὶ θέλων αὐτὸν ἀποκτεῖναι ἐφοβήθη τὸν ὄχλον, ὅτι ὡς προφήτην αὐτὸν εἶχον.  6 γενεσίων δὲ ἀγομένων τοῦ ῾Ηρῴδου ὠρχήσατο ἡ θυγάτηρ τῆς ῾Ηρωδιάδος ἐν τῷ μέσῳ καὶ ἤρεσε τῷ ῾Ηρῴδη·  7 ὅθεν μεθ᾿ ὅρκου ὡμολόγησεν αὐτῇ δοῦναι ὃ ἐὰν αἰτήσηται.  8 ἡ δέ, προβιβασθεῖσα ὑπὸ τῆς μητρὸς αὐτῆς, δός μοι, φησίν, ὧδε ἐπὶ πίνακι τὴν κεφαλὴν ᾿Ιωάννου τοῦ βαπτιστοῦ.  9 καὶ ἐλυπήθη ὁ βασιλεύς, διὰ δὲ τοὺς ὅρκους καὶ τοὺς συνανακειμένους ἐκέλευσε δοθῆναι,  10 καὶ πέμψας ἀπεκεφάλισε τὸν ᾿Ιωάννην ἐν τῇ φυλακῇ.  11 καὶ ἠνέχθη ἡ κεφαλὴ αὐτοῦ ἐπὶ πίνακι καὶ ἐδόθη τῷ κορασίῳ, καὶ ἤνεγκε τῇ μητρὶ αὐτῆς.  12 καὶ προσελθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἦραν τὸ σῶμα καὶ ἔθαψαν αὐτό, καὶ ἐλθόντες ἀπήγγειλαν τῷ ᾿Ιησοῦ.  1 Εκείνον τον καιρό άκουσε ο Ηρώδης ο τετράρχης τη φήμη του Ιησού  2 και είπε στους δούλους του: «Αυτός είναι ο Ιωάννης ο Βαπτιστής. Αυτός αναστήθηκε από τους νεκρούς, και γι’ αυτό οι θαυματουργικές δυνάμεις ενεργούν μέσω αυτού».  3 Γιατί ο Ηρώδης, αφού συνέλαβε τον Ιωάννη, τον έδεσε και τον έβαλε μέσα στη φυλακή εξαιτίας της Ηρωδιάδας, της γυναίκας του Φιλίππου του αδελφού του.  4 Γιατί ο Ιωάννης του έλεγε: «Δεν σου επιτρέπεται να την έχεις».  5 Και ενώ ήθελε να τον σκοτώσει, φοβήθηκε το πλήθος, επειδή τον θεωρούσαν προφήτη.  6 Όταν λοιπόν έγιναν τα γενέθλια του Ηρώδη, χόρεψε η θυγατέρα της Ηρωδιάδας στο μέσο και άρεσε στον Ηρώδη.  7 Γι’ αυτό της υποσχέθηκε με όρκο να της δώσει ό,τι κι αν ζητήσει.  8 Εκείνη, αφού καθοδηγήθηκε από τη μητέρα της, είπε: «Δώσε μου εδώ, πάνω σε ένα πιάτο το κεφάλι του Ιωάννη του Βαπτιστή».  9 Και παρόλο που λυπήθηκε ο βασιλιάς, όμως εξαιτίας των όρκων και γι’ αυτούς που κάθονταν μαζί στο τραπέζι, διέταξε να της δοθεί.  10 Και έστειλε και αποκεφάλισε τον Ιωάννη μέσα στη φυλακή.  11 Και έφεραν το κεφάλι του πάνω σε ένα πιάτο και δόθηκε στο κορίτσι, και το έφερε στη μητέρα της.  12 Και αφού πλησίασαν οι μαθητές του, σήκωσαν το πτώμα και το έθαψαν, και μετά ήρθαν και το ανάγγειλαν στον Ιησού. 
Ο χορτασμός των πέντε χιλιάδων
13 ᾿Ακούσας δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ἀνεχώρησεν ἐκεῖθεν ἐν πλοίῳ εἰς ἔρημον τόπον κατ᾿ ἰδίαν· καἰ ἀκούσαντες οἱ ὄχλοι ἠκολούθησαν αὐτῷ πεζῇ ἀπὸ τῶν πόλεων.  14 Καὶ ἐξελθὼν ὁ ᾿Ιησοῦς εἶδε πολὺν ὄχλον, καὶ ἐσπλαγχνίσθη ἐπ᾿ αὐτοῖς καὶ ἐθεράπευσε τοὺς ἀρρώστους αὐτῶν.  15 ὀψίας δὲ γενομένης προσῆλθον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ἔρημός ἐστιν ὁ τόπος καὶ ἡ ὥρα ἤδη παρῆλθεν· ἀπόλυσον τοὺς ὄχλους, ἵνα ἀπελθόντες εἰς τὰς κώμας ἀγοράσωσιν ἑαυτοῖς βρώματα.  16 ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· οὐ χρείαν ἔχουσιν ἀπελθεῖν· δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν.  17 οἱ δὲ λέγουσιν αὐτῷ· οὐκ ἔχομεν ὧδε εἰ μὴ πέντε ἄρτους καὶ δύο ἰχθύας.  18 ὁ δὲ εἶπε· φέρετέ μοι αὐτοὺς ὧδε.  19 καὶ κελεύσας τοὺς ὄχλους ἀνακλιθῆναι ἐπὶ τοὺς χόρτους, λαβὼν τοὺς πέντε ἄρτους καὶ τοὺς δύο ἰχθύας, ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν εὐλόγησε, καὶ κλάσας ἔδωκε τοῖς μαθηταῖς τοὺς ἄρτους, οἱ δὲ μαθηταὶ τοῖς ὄχλοις.  20 καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν, καὶ ἦραν τὸ περισσεῦον τῶν κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πλήρεις.  21 οἱ δὲ ἐσθίοντες ἦσαν ἄνδρες ὡσεὶ πεντακισχίλιοι χωρὶς γυναικῶν καὶ παιδίων.  13 Όταν λοιπόν το άκουσε ο Ιησούς, αναχώρησε από εκεί με πλοίο σε έρημο τόπο ιδιαιτέρως. Και μόλις το άκουσαν τα πλήθη, τον ακολούθησαν πεζή από τις πόλεις.  14 Και όταν εξήλθε, είδε πολύ πλήθος και τους σπλαχνίστηκε και θεράπευσε τους αρρώστους τους.  15 Όταν λοιπόν βράδιασε, τον πλησίασαν οι μαθητές λέγοντας: « Ο τόπος είναι έρημος και η ώρα ήδη πέρασε. Απόλυσε τα πλήθη, για να πάνε στα χωριά και να αγοράσουν τρόφιμα για τους εαυτούς τους».  16 Ο Ιησούς όμως τους είπε: «Δεν έχουν ανάγκη να φύγουν. δώστε τους εσείς να φάνε».  17 Εκείνοι του λένε: «Δεν έχουμε εδώ παρά μόνο πέντε άρτους και δύο ψάρια».  18 Αυτός είπε: «Φέρτε μου εδώ αυτά».  19 Και διέταξε τα πλήθη να καθίσουν πάνω στο χορτάρι, έλαβε τους πέντε άρτους και τα δύο ψάρια, σήκωσε πάνω το βλέμμα στον ουρανό και ευλόγησε το Θεό και, αφού τα έκοψε με τα χέρια, έδωσε στους μαθητές τούς άρτους και οι μαθητές στα πλήθη.  20 Και έφαγαν όλοι και χόρτασαν, και σήκωσαν το περίσσευμα των κομματιών, δώδεκα κοφίνια γεμάτα.  21 Και αυτοί που έτρωγαν ήταν περίπου πέντε χιλιάδες άντρες, χωρίς να μετρηθούν γυναίκες και παιδιά. 
Ο Ιησούς περπατά στα νερά
22 Καὶ εὐθέως ἠνάγκασεν ὁ ᾿Ιησοῦς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν αὐτὸν εἰς τὸ πέραν, ἕως οὗ ἀπολύσῃ τοὺς ὄχλους.  23 καὶ ἀπολύσας τοὺς ὄχλους ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος κατ᾿ ἰδίαν προσεύξασθαι. ὀψίας δὲ γενομένης μόνος ἦν ἐκεῖ.  24 τὸ δὲ πλοῖον ἤδη μέσον τῆς θαλάσσης ἦν, βασανιζόμενον ὑπὸ τῶν κυμάτων· ἦν γὰρ ἐναντίος ὁ ἄνεμος.  25 τετάρτῃ δὲ φυλακῇ τῆς νυκτὸς ἀπῆλθε πρὸς αὐτοὺς ὁ ᾿Ιησοῦς περιπατῶν ἐπὶ τῆς θαλάσσης.  26 καὶ ἰδόντες αὐτὸν οἱ μαθηταὶ ἐπὶ τὴν θάλασσαν περιπατοῦντα ἐταράχθησαν λέγοντες ὅτι φάντασμά ἐστι, καὶ ἀπὸ τοῦ φόβου ἔκραξαν.  27 εὐθέως δὲ ἐλάλησεν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς λέγων· θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι· μὴ φοβεῖσθε.  28 ἀποκριθεὶς δὲ αὐτῷ ὁ Πέτρος εἶπε· Κύριε, εἰ σὺ εἶ, κέλευσόν με πρός σε ἐλθεῖν ἐπὶ τὰ ὕδατα.  29 ὁ δὲ εἶπεν, ἐλθέ. καὶ καταβὰς ἀπὸ τοῦ πλοίου ὁ Πέτρος περιεπάτησεν ἐπὶ τὰ ὕδατα ἐλθεῖν πρὸς τὸν ᾿Ιησοῦν.  30 βλέπων δὲ τὸν ἄνεμον ἰσχυρὸν ἐφοβήθη, καὶ ἀρξάμενος καταποντίζεσθαι ἔκραξε λέγων· Κύριε, σῶσόν με.  31 εὐθέως δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἐπελάβετο αὐτοῦ καὶ λέγει αὐτῷ· ὀλιγόπιστε! εἰς τί ἐδίστασας;  32 καὶ ἐμβάντων αὐτῶν εἰς τὸ πλοῖον ἐκόπασεν ὁ ἄνεμος·  33 οἱ δὲ ἐν τῷ πλοίῳ ἐλθόντες προσεκύνησαν αὐτῷ λέγοντες· ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς εἶ.  22 Και αμέσως ανάγκασε τους μαθητές να μπουν στο πλοίο και να πάνε πριν από αυτόν στην όχθη αντίπερα, ωσότου να απολύσει τα πλήθη.  23 Και αφού απόλυσε τα πλήθη, ανέβηκε στο όρος ιδιαιτέρως για να προσευχηθεί. Και όταν βράδιασε, ήταν μόνος εκεί.  24 Και το πλοίο ήδη απείχε πολλά χιλιόμετρα από την ξηρά καί βασανιζόταν από κύματα, γιατί ο άνεμος ήταν αντίθετος.  25 Κατά τα ξημερώματα, λοιπόν, ήρθε προς αυτούς περπατώντας πάνω στη λίμνη.  26 Και οι μαθητές, επειδή τον είδαν να περπατάει πάνω στη λίμνη, ταράχτηκαν λέγοντας ότι είναι φάντασμα, και έκραξαν από το φόβο.  27 Ευθύς όμως τους μίλησε ο Ιησούς λέγοντας: «Έχετε θάρρος, εγώ είμαι. μη φοβάστε».  28 Του αποκρίθηκε τότε ο Πέτρος και είπε: «Κύριε, αν είσαι εσύ, διάταξέ με να έρθω προς εσένα πάνω στα νερά».  29 Εκείνος είπε: «Έλα». Και αφού ο Πέτρος κατέβηκε από το πλοίο, περπάτησε πάνω στα νερά και ήρθε προς τον Ιησού.  30 Βλέποντας όμως τον άνεμο ισχυρό, φοβήθηκε και, επειδή άρχισε να καταποντίζεται, φώναξε λέγοντας: «Κύριε, σώσε με».  31 Αμέσως τότε ο Ιησούς, αφού έκτεινε το χέρι, τον έπιασε και του λέει: «Ολιγόπιστε, γιατί δίστασες;»  32 Και μόλις αυτοί ανέβηκαν στο πλοίο, κόπασε ο άνεμος.  33 Εκείνοι μέσα στο πλοίο τον προσκύνησαν λέγοντας: «Αληθινά είσαι Υιός Θεού». 
Η θεραπεία των ασθενών στη Γεννησαρέτ
34 Καὶ διαπεράσαντες ἦλθον εἰς τὴν γῆν Γεννησαρέτ.  35 καὶ ἐπιγνόντες αὐτὸν οἱ ἄνδρες τοῦ τόπου ἐκείνου ἀπέστειλαν εἰς ὅλην τὴν περίχωρον ἐκείνην, καὶ προσήνεγκαν αὐτῷ πάντας τοὺς κακῶς ἔχοντας,  36 καὶ παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα κἂν μόνον ἅψωνται τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ· καὶ ὅσοι ἥψαντο διεσώθησαν.  34 Και αφού διαπέρασαν τη λίμνη, ήρθαν στην ξηρά, στη Γεννησαρέτ.  35 Και μόλις τον αναγνώρισαν οι άνθρωποι του τόπου εκείνου, απέστειλαν μηνυτές σ’ όλα εκείνα τα περίχωρα, και έφεραν προς αυτόν όλους όσοι ήταν σε κακή κατάσταση  36 και τον παρακαλούσαν μόνο να αγγίξουν το κράσπεδο του ρούχου του. Και όσοι άγγιξαν διασώθηκαν. 


ΚΕΦΑΛΑΙΑ
1  2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13  14  15  16  17  18  19  20  21  22  23  24  25  26  27  28